Πέμπτη, 30 Οκτωβρίου 2014

30 Οκτωβρίου 1944-Η απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης από τη γερμανική κατοχή


Στις 30 Οκτωβρίου συμπληρώνονται εβδομήντα χρόνια από την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης από τη γερμανική κατοχή. 
Στο βίντεο που ακολουθεί μπορείτε να παρακολουθήσετε τα γεγονότα της απελευθέρωσης της πόλης, όπως τα διηγείται ένας από τους συμμετέχοντες στις μάχες με τα γερμανικά στρατεύματα: 
Παρακάτω ο λογοτέχνης Γιώργος Ιωάννου, από το βιβλίο του Το δικό μας αίμα περιγράφει τις πρώτες στιγμές μετά την απελευθέρωση της πόλης: «Από την οδό της Αγίας Σοφίας κατέβαιναν, σαρώνοντας τις γειτονιές, τα παιδιά του Κουλέ Καφέ, του Αγίου Παύλου, της Ακρόπολης, της Κασσάνδρου. Το Τσινάρι, Εσκί-Ντελίκ, Προφήτης Ηλίας, Διοικητήριο κατέβαιναν τη Βενιζέλου. Από το Βαρδάρι πάλι ερχόταν, ξιπόλητη, ρακένδυτη, πειναλέα, σπαρταρώντας από ενθουσιασμό, η Ραμόνα, η Επτάλοφος, ο παλιός Σταθμός, η Νεάπολη, η Σταυρούπολη, ενώ αντίθετα, από ανατολικά κατάφταναν μέσα σε σκόνη και αλαλαγμό, με τρομπέτες, παντιέρες, λάβαρα και χωνιά η Τούμπα, η Αγία Φωτεινή, η Ευαγγελίστρια, η Τριανδρία, ακόμα και η τόσο μακρινή Καλαμαριά. Πλημμύρισαν δρόμοι και πλατείες. Πανζουρλισμός. Φιλιόμασταν, αγκαλιαζόμασταν, χαϊδευόμασταν, δεν ξέραμε τι λέμε από την ταραχή μας. Λέγαμε «Χριστός Ανέστη», λέγαμε «Ελευθερία», «Ποτέ ξανά». Σάμπως να ’ταν στο χέρι μας, αλλά έτσι νομίζεις σε τέτοιες στιγμές […]».


Όμως για κάποιους και για κάποιες η στιγμή αυτή δεν ήρθε ποτέ. Ήταν οι Εβραίοι και οι Εβραίες κάτοικοι της πόλης που δολοφονήθηκαν από τους Γερμανούς στο Άουσβιτς.   

Δευτέρα, 13 Οκτωβρίου 2014

Εν ταις ημέραις εκείναις - Ο Γιώργος Ιωάννου για τους Εβραίους της Θεσσαλονίκης



Έγραψα εδώ, κατά μήνα Φεβρουάριο του 1983, όσα είδα και διεπίστωσα ο ίδιος για τον διωγμό των Εβραίων της Θεσσαλονίκης από τους Γερμανούς.

Και τα έγραψα μόνον για τους αθώους εκείνους και για κανέναν άλλο…

Γιώργος Ιωάννου, Φεβρουάριος 1983



Αποσπάσματα από το αφήγημα του Γιώργου Ιωάννου «Εν ταις ημέραις εκείναις», από το βιβλίο του Η πρωτεύουσα των προσφύγων (εκδόσεις Κέδρος). 


«Θα προσπαθήσω ώστε η κατάθεσή μου αυτή για τον διωγμό και την εξόντωση των Εβραίων της Θεσσαλονίκης επί γερμανικής κατοχής να είναι ξερή -ξερή και στεγνή- χωρίς ιστορικές και φιλολογικές επεκτάσεις ή αμφίβολα ακούσματα. Και όλα αυτά από σεβασμό προς το φριχτό μαρτύριό τους, που μόνο το πένθος και την άκρα σοβαρότητα εμπνέει».



«Πρώτα πρώτα, από την αρχή της κατοχής εμφανίστηκαν σε ορισμένα μαγαζιά, και μάλιστα της Τσιμισκή, κάτι τυπωμένα χαρτόνια, που έγραφαν: “Οι Εβραίοι είναι ανεπιθύμητοι”. Τα χαρτόνια αυτά τα έβαζαν στο τζάμι της βιτρίνας και της εισόδου. Στην αρχή αυτό μας έκανε εντύπωση, άσχημη εντύπωση, αλλά γρήγορα το συνηθίσαμε, καθώς είχαμε κάθε μέρα και νέα βάσανα. Στο κάτω κάτω εμείς δεν ήμασταν Εβραίοι …
Ύστερα μάθαμε πως στην πλατεία Ελευθερίας -τι ειρωνική σύμπτωση!- οι Εβραίοι έπαθαν από τους Γερμανούς μεγάλη νίλα κάποιο πρωινό. Αυτά όλα τα μαθαίναμε από τον κόσμο. Οι Εβραίοι του σπιτιού μας δεν έβγαζαν άχνα. Εκείνος όμως ο κύριος Σιντώ είχε μείνει πετσί και κόκαλο.
Κάποιο χειμωνιάτικο πρωί αντικρίσαμε ξαφνικά ορισμένους να κυκλοφορούν στους δρόμους μ’ ένα μεγάλο πάνινο κίτρινο άστρο στο μέρος της καρδιάς. Ήτανε οι Εβραίοι που είχαν πάρει διαταγή να το φορούν και στην παραμικρή τους μετακίνηση, αλλιώς κινδύνευαν. Και αυτό τότε δεν σήμαινε τίποτε άλλο από θάνατο. Οι Εβραίοι του σπιτιού μας και πάλι δεν έβγαζαν άχνα. Νόμιζαν ίσως πως με την άκρα υπομονή και ταπείνωση θα κατόρθωναν να κάμψουν τον παράφρονα διώκτη τους.
Η Θεσσαλονίκη για αρκετές ημέρες, όχι περισσότερες από μήνα, είχε πλημμυρίσει από κίτρινα, κινούμενα άστρα. Πραγματικά ήταν πολύ καλομελετημένο το σημάδι. Διακρινόταν από πολύ μακριά
».



«Καθώς, λοιπόν, δεν είχαμε Εβραίους, οι συμμαθηταί μου δεν ενδιαφέρονταν για τα παθήματά τους, γι’ αυτό και εγώ δεν μιλούσα καθόλου για όσα έβλεπα και άκουγα στη γειτονιά μου. Ακολουθούσα ασυναίσθητα την τακτική σιωπής των Εβραίων απέναντι σε τρίτους. Το ίδιο έκαμνα και στα συσσίτια των κατηχητικών σχολείων, όπου έτρωγα κάθε μεσημέρι. Δεν γινόταν λόγος και δεν μιλούσα. Και δεν νομίζω πως ήταν από φόβο. Δεν είχαμε συναίσθηση του κινδύνου.
Έτσι δεν είπα τίποτε, όταν κάποια μέρα είδα στην πόρτα του διαμερίσματος των Εβραίων κολλημένο απέξω ένα χαρτί, που έγραφε τα ονόματα αυτών που κατοικούσαν μέσα. Το ονόματα ήταν πολύ περισσότερα από όσα ξέραμε κι έτσι μάθαμε πως μέσα στο διαμέρισμα είχαν εγκατασταθεί -άθελά τους, βέβαια- και άλλες οικογένειες Εβραίων, από άλλες γειτονιές, μη εβραϊκές, όπου ήταν δύσκολο να φρουρούνται.
Η γειτονιά μας, λοιπόν, το Ταυ αυτό που περιέγραψα πρωτύτερα, γινόταν, γκέτο εβραϊκό. Ταυτόχρονα, στις εξόδους του Ταυ -Χαλκέων, Βενιζέλου και Φιλίππου- έκαναν την εμφάνισή τους σκοποί χωροφύλακες -δικοί μας χωροφύλακες- που φρουρούσαν μέρα και νύχτα. Αυτό σήμαινε ότι οι Εβραίοι και με το άστρο ακόμα δεν μπορούσαν να κυκλοφορούν στην πόλη, παρά μόνο στο γκέτο τους. Κι αυτό, βέβαια, ορισμένες ώρες. Τώρα, φαντάζομαι, ότι θα είχαν δημιουργηθεί και πολλά άλλα τέτοια γκέτο. Έτσι, οι Εβραίοι, όπου βρέθηκαν, βρέθηκαν. Δεν μπορούσαν πια να πάνε ούτε στα μαγαζιά τους, ούτε στους συγγενείς τους, αν αυτοί έμειναν σε άλλο γκέτο, ούτε στα ψώνια τους. Έπαψαν σχεδόν να κυκλοφορούν.
Κλεισμένοι στα σπίτια τους, καρτερούσαν. Στους δρόμους του γκέτο, εκτός από μας, κυκλοφορούσαν, και μάλιστα με ζωηρότητα, ορισμένοι νεαροί Εβραίοι, με ένα κίτρινο περιβραχιόνιο στο μπράτσο. Ήταν, φαίνεται, ένας είδος πολιτοφύλακες, που τους είχε ορίσει η Κοινότητα, ίσως και οι Γερμανοί. Τους μισούσαμε, πάντως, χωρίς να ξέρουμε ακριβώς το λόγο. Η κινητικότητα και η αυτοπεποίθησή τους τούς έκαμνε ύποπτους στα μάτια μας. Και μάλλον είχαμε δίκαιο, γιατί μερικοί από αυτούς έκαναν την εμφάνισή τους στη γειτονιά και μετά το μάζεμα των Εβραίων, έχοντας πάντα το ίδιο ύφος. Ύστερα δεν ξαναφάνηκαν.
Οι υπόλοιποι, εμείς, μπαινοβγαίναμε στο μεταξύ ελεύθερα από το γκέτο. Εγώ πήγαινα κανονικά στο σχολείο και οι δικοί μου στις διάφορες δουλειές. Ουδείς μας εμπόδισε, ούτε μας ζήτησε ποτέ ταυτότητα. Και μήπως είχαμε ταυτότητα; Γι’ αυτό πιστεύω πάντοτε, πως ακόμα και την ύστατη εκείνη στιγμή ήταν αρκετά εύκολη η διαφυγή πολλών Εβραίων. Βέβαια, υπήρχαν εκείνες οι καταστάσεις στην πόρτα. Αλίμονό τους αν δεν βρίσκονταν σωστοί σε μια καταμέτρηση
».



«Ώσπου ένα ξημέρωμα του Απριλίου, ιδιαίτερα νομίζω γλυκό, ξέσπασε το μέγα κακό. Ένα μεγάφωνο ουρλιάζει στο δρόμο. “Όλοι οι Εβραίοι στις πόρτες. Έτοιμοι προς αναχώρηση!”. Είναι το αυτοκίνητο της προπαγάνδας, ένα μαύρο “Όπελ”. Λαρυγγώδεις φωνές, κτηνώδη προστάγματα γερμανικά. Είμαστε μπλοκαρισμένοι. Κρυφοκοιτάζοντας βλέπουμε Γερμανούς των SS και εκείνους τους λεγόμενους “πεταλάδες” να ανεβοκατεβαίνουν βιαστικά στα σπίτια, κραυγάζοντας άγρια και βροντολογώντας τις πόρτες. “Τους παίρνουν τους Εβραίους!”.
Ντυνόμαστε όπως όπως και κατεβαίνουμε από το πέμπτο πάτωμα στο δεύτερο, όπου επικρατούσε θρήνος και σύγχυση. Οι καινούργιοι Εβραίοι είχαν κιόλας κατεβεί και έτσι δεν τους είδαμε. Έμεναν οι δικοί μας, που βρίσκονται σε αλλοφροσύνη. Αλλοφροσύνη όχι τόσο απελπισίας, όσο ετοιμασίας. Να μην ξεχάσουν τίποτε από τα απαραίτητα, από όσα είχαν σκεφθεί. Τα βασικά τα έχουν, βέβαια, έτοιμα, από μέρες αμπαλαρισμένα, αλλά τρέχουν αλλόφρονες για τα ψιλοπράγματα. Η κυρία Σιντώ βράζει αυγό για τον Ίνο, θα είναι το τελευταίο του. Του το μπουκώνει, ενώ από την εξώπορτα κάτω έρχονται κτηνώδεις προσταγές. Οι πόρτες όλες ορθάνοιχτες, σύμφωνα με τη διαταγή. Όσοι κρυφοκοίταζαν από τα παράθυρα είδαν τις ίδιες στιγμές τους Γερμανούς να τραβοκοπούν τους Εβραίους από τα σπίτια της οδού Σιατίστης και να τους σέρνουν στη φάλαγγα. Ιδίως είδαν γέρους και γριές, που τους τραβοκοπούσαν με τα νυχτικά. Στο δεύτερο πάτωμα έχουν κατεβεί και από τα άλλα πατώματα συγκάτοικοι, γυναίκες κυρίως. Φιλιούνται σταυρωτά με την κυρία Σιντώ. Μια δικιά μας σταυροκοπιέται και λέει δυνατά: “Μάρτυς μου ο Θεός, θα σας τα δώσω πίσω όλα”. Φαίνεται της έχουν εμπιστευθεί πράγματα και μπορώ να πω ότι σωστά την έχουν διαλέξει
».



«Τότε, εκεί ανάμεσα στα πεύκα που περιβάλλουν την Παναγία Χαλκέων, παρατήρησα ομάδες γύφτων, αλλά όχι μόνο γύφτων, που αγνάντευαν με βουλιμία προς τη γειτονιά μας. Για την ώρα όμως δεν τολμούσαν να πλησιάσουν γιατί υπήρχαν οι σκοποί. Ήταν, βέβαια ειδοποιημένοι και προφανώς κάπως έμπειροι από άλλα μαζέματα Εβραίων, σε άλλες γειτονιές, που είχαν γίνει τις προηγούμενες μέρες, αλλά εμείς δεν τα πήραμε είδηση. […] Το μεσημέρι γυρίζοντας άρχισα, μόλις ξαναβρέθηκα στην περιοχή της μεγάλης πλατείας, να ξαναμπαίνω στο κλίμα. Όσο πλησίαζα τόσο καταλάβαινα, ότι είχε γίνει διαρπαγή – γιάγμα. Άλλωστε, κάτι τελευταίοι κακομοίρηδες ακόμη σέρναν μπαούλα και ντιβάνια και αδειανά συρτάρια μέσα στα χώματα. Και κάτι χοντρούς τόμους βιβλίων δερματόδετους.
Στο σπίτι μας η εξώπορτα διπλανοιγμένη, παραγεμίσματα από στρώματα, χαρτιά και σκουπίδια στις σκάλες. Το διαμέρισμα των Εβραίων ορθάνοιχτο και σαφώς λεηλατημένο. Δεν είχε σχεδόν τίποτα μέσα.
[…] Από ψηλά, από την πίσω μεριά του σπιτιού, βλέπαμε από την πρώτη μέρα κιόλας το εξής φαινόμενο: Είχαν ανοίξει τα εβραίικα μαγαζιά από πίσω και τα άδειαζαν. Δηλαδή διάφοροι κάτοικοι της οδού Κλεισούρας άδειαζαν τα μαγαζιά της Ιουστινιανού. Και έβλεπες κρεβάτια, μπουφέδες, ντουλάπες, καναπέδες, κομοδίνα, να ανεβαίνουν με σκοινιά σε δεύτερα και τρίτα πατώματα, που βέβαια δεν φαίνονταν από το δρόμο. Όλα αυτά μέσα σε φοβερή βιασύνη και σε αγωνιώδεις κινήσεις. Σε λίγες μέρες, οι Γερμανοί μοίρασαν τα μαγαζιά σε διάφορους τύπους, που ίσως μπορεί να φαντασθεί κανείς πώς τους διάλεξαν. Αλλά τα μαγαζιά βρέθηκαν άδεια και αυτό ήταν μια καλή, αν και η μόνη, τιμωρία τους».



«Ο πατέρας μου ήταν μηχανοδηγός, οδηγούσε τραίνα. […] Ένα βράδυ, αργά, γύρισε ιδιαίτερα φαρμακωμένος. Είχε οδηγήσει ένα τραίνο με Εβραίους μέχρι τη Νις. “Μεγάλο κακό γίνεται με τους Εβραίους”, έλεγε. “Τους πηγαίνουν με εμπορικά βαγόνια κατάκλειστα, χωρίς τροφή και νερό. Ακόμα και χωρίς αέρα. Οι Γερμανοί μας αναγκάζουν να σταματούμε το τραίνο μέσα στις ερημιές, για να γίνει το ξάφρισμα. Μέσα από τα βαγόνια κλωτσάνε και φωνάζουν. Δεν είναι μόνο για νερό και αέρα, αλλά και για να βγάλουν τους πεθαμένους. Έβγαλαν από ένα βαγόνι ένα παιδάκι σαν τον Λάκη μας”, είπε και χάιδεψε τον αδελφό μου. Απάνω σ’ αυτό τον έπιασαν τα κλάματα. Τρανταχτά κλάματα με λυγμούς».

Κυριακή, 12 Οκτωβρίου 2014

12 Οκτωβρίου 1944 - Η απελευθέρωση της Αθήνας από την Κατοχή

Την Κυριακή 12 Οκτωβρίου συμπληρώνονται εβδομήντα χρόνια φέτος από την απελευθέρωση της Αθήνας από τη γερμανική κατοχή. Η 12η Οκτωβρίου του 1944 καταγράφεται στη σύγχρονη ελληνική ιστορία ως μέρα ένδοξη, σήμα ορόσημο για τους ηρωικούς αγώνες αυτού του τόπου για ελευθερία.
Παρακάτω ακολουθεί ένα σπάνιο φιλμ της Φίνος Φιλμ για την απελευθέρωση της Αθήνας: 

Σάββατο, 11 Οκτωβρίου 2014

Liga Terezin




[Αναδημοίευση από την ιστοσελίδα http://popaganda.gr/liga-terezin/ στις 30.101.2014]

Παίζοντας ποδόσφαιρο υπό τα βλέμματα των Ναζί


Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος. Αγριότητες, βία ολοκαυτώματα και θηριωδίες των Ναζί. Το Theresienstadt ήταν ένα από τα πιο γνωστά στρατόπεδα συγκέντρωσης, που αναφέρεται επίσης ως γκέτο Theresienstadt. Ιδρύθηκε από την SS, κατά τη διάρκεια του πολέμου, στο φρούριο της  πόλης της Terezín (γερμανικό όνομα Theresienstadt), που βρίσκεται στη σημερινή Τσεχική Δημοκρατία. Δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους εκεί, μερικοί δολοφονήθηκαν και άλλοι πέθαναν από υποσιτισμό και βαριές ασθένειες. Περισσότερα από 150.000 άτομα (συμπεριλαμβανομένων δεκάδων χιλιάδων παιδιών) κρατήθηκαν εκεί για μήνες ή και χρόνια, προτού αποσταλούν με τρένα για εκτέλεση στα στρατόπεδα εξόντωσης της Τρεμπλίνκα και του Άουσβιτς στην κατεχόμενη Πολωνία, καθώς και σε μικρότερα στρατόπεδα αλλού.

Το “LIGA Terezín” είναι ένα ντοκιμαντέρ 52 λεπτών που αφηγείται την απίστευτη ιστορία του πρωταθλήματος ποδοσφαίρου που πραγματοποιήθηκε στο γκέτο Theresienstadt, 40 μίλια βορειοδυτικά της Πράγας. Από το 1942-1944, Εβραίοι κρατούμενοι έπαιξαν εκατοντάδες αγώνες ποδοσφαίρου σε αυτοσχέδια γήπεδα που είχαν φτιαχτεί στις αυλές των στρατώνων που ζούσαν. Χιλιάδες θεατές παρακολουθούσαν ένα μίγμα επαγγελματιών και  ερασιτεχνών παικτών να παίζουν μπάλα και προς στιγμήν να ξεφεύγει το μυαλό τους από την ζοφερή πραγματικότητα και το φοβερό δράμα τους: την πείνα, την αρρώστια και εν τέλει το θάνατο. Το ποδόσφαιρο ήταν το αντίδοτο στο πέπλο του φόβου των μεταφορών με τρένα, που θα έστελνε εκατοντάδες κρατούμενους στην εκτέλεση, και στο ντοκιμαντέρ μιλάνε επιζώντες Εβραίοι από το συγκεκριμένο στρατόπεδο συγκέντρωσης οι οποίοι έχουν κλοτσήσει μπάλα στα γήπεδα των αυλών του Γκέτο.

Το ντοκιμαντέρ συνοδεύεται από σκηνές από εκείνη την περίοδο και στιγμιότυπα από τους ποδοσφαιρικούς αγώνες, αφού οι Ναζί κινηματογραφούσαν τις συγκεκριμένες αθλοπαιδιές φτιάχνοντας ένα προπαγανδιστικό φιλμ για να στηρίξουν τη θεωρία πως στους χώρους κράτησης επικρατούσαν υπέροχες συνθήκες που βασίζονταν μεταξύ άλλων σε αθλητικές και πολιτιστικές δραστηριότητες προς ευχαρίστηση των κρατουμένων.

Αλμπέρ Καμύ: Η Πανούκλα



[Αναδημοσίευση από την ιστοσελίδα: http://popaganda.gr/albert-camus-the-plague/]


Μια άνοιξη της δεκαετίας του 40, στο Οράν, μια παραλιακή πόλη της Αλγερίας (γαλλική επαρχία τότε), ο γιατρός Ριέ καθώς βγαίνει για τον καθημερινό κύκλο επισκέψεων στους ασθενείς του, σκοντάφτει στην είσοδο σε ένα πεθαμένο ποντίκι. Το γεγονός του φαίνεται περίεργο για την τακτοποιημένη και καθαρή πόλη. Τις επόμενες ημέρες και για ένα μήνα, χιλιάδες ποντίκια θα βγουν από τα υπόγεια, τα κελάρια και τους υπονόμους για να ξεψυχήσουν στους δρόμους της πόλης, ανησυχώντας και αναστατώνοντας τους κατοίκους.

Αμέσως μετά, θα έλθουν τα πρώτα κρούσματα, με συμπτώματα πυρετού, λήθαργο, κόκκινα μάτια, σκασμένα χείλη, πρησμένοι βουβώνες, παραλήρημα, κηλίδες στο σώμα και  που, εικοσιτέσσερις ώρες μετά, καταλήγουν  στον θάνατο. Ο γιατρός Ριέ και ο γηραιότερος γιατρός Καστέλ υποψιασμένοι αλλά και έκπληκτοι θα διαπιστώσουν ότι πρόκειται για την βουβωνική πανώλη, που θεωρείται ότι είχε εκλείψει από τη δύση, ο “Μαύρος θάνατος” του Μεσαίωνα.

Οι επίσημες αρχές διστακτικές στην αρχή να λάβουν κάποια μέτρα, δεν θα αργήσουν μετά να υποκύψουν μπροστά στους αριθμούς. Ο αριθμός των θανάτων ανεβαίνει σχεδόν γεωμετρικά μέρα με τη μέρα. Πενήντα, ενενήντα, εκατοτριάντα… Ο Νομάρχης θα απαγορεύσει την  έξοδο από την πόλη. Ολόκληρη η πόλη μπαίνει σε καραντίνα. Ούτε τραίνα, ούτε πλοία την προσεγγίζουν πια. Η μόνη επικοινωνία με τον έξω κόσμο για το Οράν απομένουν  τα τηλεγραφήματα των δέκα λέξεων.  Αδέσποτα ή οποιαδήποτε ζώα που μπορούν να φέρουν ψύλλους εκτελούνται επί τόπου. Οι οικογένειες των θυμάτων, επίσης μπαίνουν σε καραντίνα στο γήπεδο της πόλης που τώρα αρχίζει να οργανώνεται ένας καταυλισμός.


«Κάποιοι από μας, ωστόσο επέμεναν να γράφουν γράμματα και φαντάζονταν τρόπους επικοινωνίας με τον έξω κόσμο. Τρόπους που πάντοτε αποδεικνύονταν ακατόρθωτοι. Κι αν κάποιο τέχνασμα που είχαμε ανακαλύψει πετύχαινε, δεν το μαθαίναμε ποτέ, γιατί απάντηση δεν ερχόταν. Αναγκαστήκαμε τότε, βδομάδες ολόκληρες, να γράφουμε και να ξαναγράφουμε το ίδιο γράμμα, να αντιγράφουμε τις ίδιες παρακλήσεις, ώσπου οι λέξεις, βγαλμένες αρχικά από τα βάθη της καρδιάς μας, έχασαν κάποια στιγμή τη σημασία τους, και τότε τις αντιγράφαμε μηχανικά, πασχίζοντας να δώσουμε τουλάχιστον σε κείνες τις νεκρές φράσεις κάτι από την δύσκολη ζωή μας. Και, για να μην τα πολυλογούμε, μπροστά στην άγονη συνομιλία με τους τοίχους, μας φαίνονταν προτιμότερη η συμβατική φρασεολογία του τηλεγραφήματος (Είμαι καλά. Σε σκέφτομαι. Αγάπη)»


Μέσα στην παραζάλη οι ήρωες του Καμύ έχουν ο καθένας τους διαφορετικές αντιδράσεις απέναντι στην εξορία, την απομόνωση και τον φόβο για τον θάνατο.


Οι άνθρωποι αποκλεισμένοι από τον έξω κόσμο, αποχωρισμένοι από τα αγαπημένα τους πρόσωπα, νιώθουν ότι έχουν καταδικαστεί σε μια ιδιότυπη εξορία γιατί πρόκειται για μια εξορία στον ίδιο τους τον τόπο.


«….ήταν το αίσθημα της εξορίας αυτό το κενό που είχαμε μέσα μας, αυτή η ειδική συγκίνηση, ο παράλογος πόθος να ξαναγυρίζεις στα παλιά ή να επισπεύδεις το χρόνο, αυτά τα πύρινα βέλη της μνήμης …. και τότε βλέπαμε πως ο χωρισμός ήταν προορισμένος  να διαρκέσει κι έπρεπε να συμφιλιωθούμε με το χρόνο. Ξαναβρισκόμαστε έτσι στη θέση των φυλακισμένων, καταφεύγαμε στο παρελθόν, κι αν κάποιοι από μας έμπαιναν στον πειρασμό  να ζήσουν στο μέλλον, δεν αργούσαν να προσγειωθούν απότομα, κουβαλώντας όλες τις πληγές που σε φορτώνει  η φαντασία όταν την εμπιστεύεσαι…»


Μέσα σε αυτήν τη παραζάλη οι ήρωες του Καμύ έχουν ο καθένας τους διαφορετικές αντιδράσεις απέναντι στην εξορία, την απομόνωση και τον φόβο για τον θάνατο.


Ακολουθούμε το γιατρό Ριέ στη μάχη του ενάντια στην πανούκλα, την υπομονή του και την επιμονή του ενάντια σε μια μάχη που ξέρει ότι θα ηττηθεί, αλλά η στάση του είναι σαφής και σταθερή. Τη μάχη του θα τη δώσει. Υπομένοντας σιωπηλά ως το τέλος τις προσωπικές του απώλειες.

Συναντούμε τον Ταρού ο οποίος θα οργανώσει εθελοντές για τις υγειονομικές υπηρεσίες , γνωρίζοντας ότι η πιθανότητα να επιζήσει είναι μία στις τρείς, παλεύοντας με τους δικούς του εφιάλτες από το παρελθόν. «…Ο Ταρού είναι ο άνθρωπος που μπορεί να καταλάβει τα πάντα, και που υποφέρει γι’ αυτό. Δεν μπορεί να κρίνει τίποτα…” (Αλμπέρ Καμύ – Σημειωματάρια, εκδ. Εξάντας)

Υπάρχει ο Ραμπάρ, δημοσιογράφος, που βρέθηκε για ένα ρεπορτάζ στην πόλη και αποκλείστηκε με την καραντίνα και που στην αρχή θα κάνει απεγνωσμένες προσπάθειες να μπορέσει να ξεφύγει, νόμιμες και παράνομες, αλλά σταδιακά θα συνειδητοποιήσει ότι πολλές φορές δεν διαλέγουμε την μάχη που θα δώσουμε,  ούτε καν πατρίδα δεν  διαλέγουμε, οπότε με τη σκέψη του στην ερωμένη του στο Παρίσι, θα επιλέξει να αγωνισθεί μαζί με τον Ταρού και τον Ριέ.  «…Δεν είναι ντροπή να προτιμάς την ευτυχία. Ναι είπε ο Ραμπάρ, μα ίσως είναι ντροπή η ευτυχία του ενός…»

Δεν γίνεται να μην συμπαθήσουμε τον κυβερνητικό κατώτερο υπάλληλο Γκράν, που τη μέρα ασχολείται με την καταγραφή των στατιστικών της πόλης, κυρίως τους θανάτους από την πανούκλα τώρα πια, και τα βράδια πασχίζει να γράψει ένα ρομάντζο μυθιστόρημα.


Ο Καμύ έγραψε κυρίως κατά την διάρκεια της δεκαετίας του σαράντα. Μιας δεκαετίας που γνώρισε τον πόλεμο, τις επιπτώσεις του φασισμού, εκατομμύρια θανάτους, εκτοπισμούς και το ολοκαύτωμα. Επίσης γνώρισε το αντιφασιστικό κίνημα, τα κινήματα αντίστασης, και την αυξανόμενη επιρροή του κουμμουνισμού πέρα από τα σύνορα της Σοβιετικής ένωσης.


Κι ο πάτερ Πανελού, που άφησε τις μελέτες του για τον Άγιο Αυγουστίνο, για να κηρύξει ένα πύρινο λόγο από τον άμβωνα στους απελπισμένους κατοίκους του Οράν. «Αν σήμερα βρίσκεστε αντιμέτωποι με την πανούκλα, είναι επειδή σήμανε η ώρα να σκεφτείτε. Οι δίκαιοι δεν έχουν τίποτα να φοβηθούν, όμως οι φαύλοι έχουν κάθε λόγο να τρέμουν. Μέσα στον απέραντο σιτοβολώνα του σύμπαντος, η αμείλικτη μάστιγα θα χτυπήσει την ανθρώπινη σοδειά, ώσπου να ξεχωρίσει η ήρα απ’ το στάρι… και τον δρόμο της σωτηρίας τον δείχνει η κόκκινη ρομφαία. Εδώ αδελφοί, φανερώνεται επιτέλους η θεία ευσπλαχνία, που χωρίζει το καλό από το κακό, την οργή από τον οίκτο, την πανούκλα από την υγεία. Η ίδια μάστιγα που σας εξοντώνει, σας διδάσκει και σας δείχνει το δρόμο…» Ωστόσο και η πίστη του πάτερ Πανελού θα λυγίσει όταν μπροστά στα μάτια του ένα αθώο παιδί θα χάσει τη μάχη με την πανούκλα με σπαρακτικό τρόπο.

Και φυσικά ο φυγόδικος Κοτάρ που πριν τον ερχομό της πανούκλας στην πόλη ζούσε απομονωμένος στο περιθώριο, επιφυλακτικός μέχρι εχθρότητας προς τους πάντες. Με την πανούκλα στην πόλη απελευθερώνεται, γίνεται κοινωνικός, έχει ένα καλό λόγο για τον καθένα, μπλέκει με την ταχεία αναπτυσσόμενη μαύρη αγορά, βγάζει λεφτά που τα ξοδεύει στα λιγοστά κοσμικά κέντρα διασκέδασης που μένουν ανοιχτά. Σε μια πόλη που είναι όλοι καταδικασμένοι νιώθει πια ίσος τους, πριν ζούσε υπό το φόβο της σύλληψης τώρα συγκατοικεί με όλους τους φοβισμένους κατοίκους της πόλης, η πανούκλα είναι γι’ αυτόν μια αναστολή της προηγούμενης ζωής του, μια δεύτερη ευκαιρία.

Ο Καμύ έγραψε κυρίως κατά την διάρκεια της δεκαετίας του σαράντα. Μιας δεκαετίας που γνώρισε τον πόλεμο, τις επιπτώσεις του φασισμού, εκατομμύρια θανάτους, εκτοπισμούς και το ολοκαύτωμα. Επίσης γνώρισε το αντιφασιστικό κίνημα, τα κινήματα αντίστασης, και την αυξανόμενη επιρροή του κουμμουνισμού πέρα από τα σύνορα της Σοβιετικής ένωσης. Ήταν μια δεκαετία λοιπόν που έθεσε επιτακτικά ερωτήματα για την ηθική στάση του ατόμου, για το παράλογο ή όχι της ζωής, την ανάγκη της στράτευσης προς μία ή άλλη κατεύθυνση κλπ. «Διάλεξα τη δικαιοσύνη» απαντά ο Καμύ «για να μείνω πιστός στη γη. Εξακολουθώ να πιστεύω ότι αυτός ο κόσμος δεν έχει υψηλό νόημα. Αλλά ξέρω ότι κάτι  σ’ αυτόν έχει νόημα: είναι ο άνθρωπος , γιατί είναι ο μόνος που απαιτεί να έχει κάποιο νόημα» (Αλμπέρ Καμύ – Επιστολές σε ένα Γερμανό φίλο)


Η αντίφαση ανάμεσα στη ζωή του ανθρώπου από τη μία, και την πεπερασμένη του θέση στον κόσμο από την άλλη, διατρέχει όλο το έργο του Καμύ.


Εξαρχής στον άνθρωπο τίθεται το θέμα του παράλογου της ζωής. Τίθεται ως θνητότητα, πόλεμος, ασθένεια και πείνα.  Γεγονότα που τον ξεπερνούν, και που βαδίζει ανάμεσα τους σαν υπνωτισμένος. Ωστόσο δεν παύει να ερωτεύεται, να κάνει φίλους, να δημιουργεί, να ονειρεύεται και να ελπίζει. Αυτή η αντίφαση ανάμεσα στη ζωή του ανθρώπου από τη μία, και την πεπερασμένη του θέση στον κόσμο από την άλλη, διατρέχει όλο το έργο του Καμύ.

Στην πανούκλα, η ασθένεια είναι εκεί, σαφής και αμείλικτη. Σκοτώνει χωρίς εξαιρέσεις γέρους και παιδιά, γυναίκες και άνδρες και δεν αφήνει κανένα περιθώριο ελπίδας , διεξόδου ή πιθανότητα νίκης. Απέναντι σ’ αυτήν ο άνθρωπος δεν έχει παρά  να αντιτάξει  τη θέληση για αντίσταση, τη θέληση για αλληλεγγύη ως ηθική στάση προς την κοινότητα. Την δράση προς ανακούφιση των ασθενών αλλά και των επιζώντων. Είναι μια τέτοιου είδους στάση που θα δικαιώσει και θα προσφέρει κατανόηση στην ύπαρξη του ανθρώπου. Ο Καμύ θέτει και υπερασπίζεται έναν ανθρωπισμό, με αφετηρία τον ίδιο τον άνθρωπο, μακριά από μεσσιανικές αντιλήψεις (χριστιανισμός ή κουμμουνισμός).

Όταν η επιδημία επιτέλους σταματήσει ο Ριέ θα περπατήσει μαζί με το πλήθος ανθρώπων που γιορτάζουν στους δρόμους. «Μέσα στο ωραίο κι απαλό φως που ξεχύνονταν πάνω από την πόλη, έπλεαν οι παμπάλαιες μυρωδιές, κρέας ψητό και ποτά με γλυκάνισο. Γύρω του πρόσωπα εκστατικά σηκώνονταν να κοιτάξουν προς τον ουρανό. Άνδρες και γυναίκες αρπάζονταν ο ένας τον άλλο, με πρόσωπα φλογισμένα, με κραυγές πόθου. Ναι, η πανούκλα είχε τελειώσει, και μαζί της ο τρόμος, και τα σφιχτοπλεγμένα χέρια βεβαίωναν ότι κάποτε είχε υπάρξει στ’ αλήθεια εξορία και χωρισμός, με τη βαθύτερη έννοια του όρου… κι ανάμεσα στις εκατόμβες των νεκρών, τις σειρήνες των ασθενοφόρων, τις εξαγγελίες αυτού που συνήθως ονομάζουμε πεπρωμένο, το πεισματικό ποδοβολητό του φόβου και την τρομερή επανάσταση της καρδιάς τους, δεν είχε πάψει να περνά μια πελώρια βουή, που ξυπνούσε τα τρομαγμένα  πλάσματα, που τους έλεγε πως πρέπει να ξαναβρούν την αληθινή τους πατρίδα. Και θα ήταν ευτυχισμένοι, τουλάχιστον για κάποιο διάστημα. Και πια ήξεραν πως υπάρχει κάτι που πάντοτε μπορείς να λαχταράς και καμιά φορά να το κερδίζεις: η ανθρώπινη τρυφερότητα…»