Κυριακή, 16 Μαρτίου 2014

Πέντε βιβλία για το ναζισμό και το Ολοκαύτωμα

Άννα Φρανκ, Το ημερολόγιο της Άννα Φρανκ, μετάφραση Γιάννης Θωμόπουλος, Αθήνα, εκδ. Μίνωας, 2006

Πρόκειται για το ημερολόγιο που κράτησε η γερμανοεβραία Άννα Φρανκ κατά την περίοδο που αυτή και η οικογένειά της παρέμειναν κρυμμένοι από τους Γερμανούς σε ένα σπίτι στο κανάλι Πρίσενγκρατς στο Άμστερνταμ. Το ημερολόγιο που έχει τη μορφή επιστολών που στέλνει η δεκατριάχρονη Άννα σε μια φανταστική φίλη, την Κίττυ, περιγράφει την καθημερινότητα της οικογένειας Φρανκ και τα αισθήματα της μικρής Άννας καθώς μεγαλώνει σε αυτές τις συνθήκες. 

Η οικογένεια Φρανκ (ο πατέρας Ότο, η μητέρα, Έντιθ, η μεγάλη κόρη Μαργκό και η μικρή Άννα) ζούσαν στη Φραγκφούρτη. Μετακινήθηκαν από εκεί στο Άμστερνταμ μετά τα αντιεβραϊκά μέτρα που πήρε το ναζιστικό καθεστώς. Μετά την κατάληψη της Ολλανδίας από τα γερμανικά στρατεύματα το 1940 και καθώς οι Γερμανοί άρχισαν τους εκτοπισμούς των Εβραίων οι Φρανκ μπόρεσαν να κρυφτούν από το 1942 μέχρι το 1944 χάρη στη βοήθεια που τους έδωσαν χριστιανοί Ολλανδοί με κίνδυνο της ζωής τους. Όμως, τελικά τους ανακάλυψαν και μεταφέρθηκαν σε στρατόπεδο. Επέζησε μόνο ο πατέρας.



Ελί Βιζέλ, Η νύχτα, μετάφραση Γιώργος Ξενάριος, Αθήνα, εκδ. Μεταίχμιο, 2006


Στη Νύχτα ο Ελί Βιζέλ μιλάει για την ιστορία της οικογένειάς του. Εβραίοι από την Τρανσυλβανία, συλλαμβάνονται στη διάρκεια του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου και στέλνονται στα στρατόπεδα εξόντωσης. Το βιβλίο αυτό είναι ένα ντοκουμέντο της κτηνωδίας: του χαμού των γονιών του, του τρόμου από τον οποίο κατάφερε να ξεφύγει, του αγώνα του για επιβίωση σε έναν κόσμο που τον απογύμνωσε από την ανθρωπιά, την αξιοπρέπεια και την πίστη του.

Ο Ελί Βιζέλ γεννήθηκε το 1928 σε μια πόλη της Τρανσυλβανίας, στη Ρουμανία. Στη διάρκεια του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου η οικογένειά του και αυτός συνελήφθηκαν ως Εβραίοι και εκτοπίστηκαν στα στρατόπεδα εξόντωσης. Σε αυτά δολοφονήθηκαν οι γονείς του και μικρότερή του αδελφή, ενώ αυτός και οι δύο μεγαλύτερες αδελφές του κατάφεραν να επιζήσουν. Μετά τον πόλεμο εγκαταστάθηκε στο Παρίσι και σπούδασε στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης. Το 1956 κυκλοφόρησε το πρώτο του βιβλίο, «Η νύχτα». Ακολούθησαν και άλλα βιβλία με ανάλογο περιεχόμενο. Παράλληλα ανέπτυξε έντονη δράση υπέρ ομάδων που υφίσταντο διώξεις για τη θρησκεία τους, τη φυλή τους ή την εθνική/εθνοτική τους υπαγωγή. Σήμερα ζει στις ΗΠΑ και είναι αμερικανός πολίτης. Το 1986 τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ για την Ειρήνη για την προσφορά του στον αγώνα για τα ανθρώπινα δικαιώματα. 


Χανς Φάλαντα, Μόνος στο Βερολίνο, μετάφραση: Άντζη Σαλτάμπαση, Αθήνα, εκδ. Πόλις, 2008


Βρισκόμαστε στο Βερολίνο, την πρωτεύουσα του τρίτου ράιχ, το 1940, όταν με την κατάκτηση της Γαλλίας ο ναζισμός περνά μέρες ανείπωτου θριάμβου. Πίσω όμως από αυτή την εικόνα κρύβεται μια άλλη ζοφερή. Η δράση του μυθιστορήματος τοποθετείται σε μια λαϊκή πολυκατοικία στην οδό Γιαμπλόνσκι, στην οποία κατοικούν θύτες και θύματα. Σε αυτήν κατοικεί ο Μπαλζούρ Περζίκε, ομαδάρχης στη Χιτλερική Νεολαία, ο οποίος «βασανίζει» και τρομοκρατεί όλους τους περίοικους, μηδέ της οικογένειάς του εξαιρουμένης. Στην ίδια πολυκατοικία κατοικεί η Εβραία κυρία Ρόζενταλ, την οποία οι γείτονές της, επειδή είναι Εβραία, την καταδίδουν, τη ληστεύουν και λεηλατούν το σπίτι της. Στην πολυκατοικία κατοικεί και το ζεύγος Κβάνγκελ, οι οποίοι είναι και οι κύριοι ήρωες του μυθιστορήματος. ¨Όταν το ζευγάρι μαθαίνει ότι ο μονάκριβος γιος τους σκοτώθηκε στον πόλεμο αποφασίζει να εκδικηθεί για το θάνατό του. Για αυτό συντάσσουν προκηρύξεις ενάντια στον Χίτλερ, τον πόλεμο και το ναζισμό και προσπαθούν να τις μοιράσουν στον Βερολίνο. Η προσπάθειά τους αρχικά στέφεται από επιτυχία, καθώς η αστυνομία, παρ’ όλη την κινητοποίηση, δεν μπορεί να τους εντοπίσει. Είναι τόσο «απλοί» και «ανώνυμοι» που δεν κινούν καμιά υποψία. Ωστόσο, κάποια στιγμή η αστυνομία τους βρίσκει και τους συλλαμβάνει. Ακολουθεί η σκληρή ανάκριση, η δίκη και η καταδίκη τους.

Ο Χανς Φάλαντα (λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Ρούντολφ Ντίτζεν) γεννήθηκε το 1893 στο Γκράιφσβαλντ στη Βόρεια Γερμανία, στα παράλια της Βαλτικής Θάλασσας και πέθανε το 1947 στο Βερολίνο. Άσκησε διάφορα επαγγέλματα και μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο εργάστηκε ως δημοσιογράφος και μεταφραστής. Στη δεκαετία του 1920 αρχίζει να γράφει μυθιστορήματα. Το 1932 δημοσιεύεται το μυθιστόρημά του Kleiner Man vas nun?, στο οποίο σκιαγραφείται η προλεταριοποίηση των γερμανών μικροαστών. Με το βιβλίο αυτό ο Φάλαντα αποκτά παγκόσμια φήμη, αλλά και χρήματα, τα οποία του επιτρέπουν να αγοράσει ένα αγρόκτημα στο Μέκλεμπουργκ, όπου και θα ζήσει μέχρι το 1945, όταν και επιστρέφει στο Βερολίνο. Το 1947 γράφει το Μόνος στο Βερολίνο και την ίδια χρονιά πεθαίνει από υπερβολική δόση υπνωτικών χαπιών. 

Άαρον Άπελφελντ, Μπαντενχάιμ 1939, μετάφραση Μάγκυ Κοέν, Αθήνα, εκδ. Εστία, 2008

Το Μπαντεχάιμ 1939 είναι ένα μυθιστόρημα για το πώς η κανονικότητα μπορεί να μετατραπεί σε έναν εφιάλτη. Το Μπάντενχάιμ είναι μια λουτρόπολη κάπου στην Ευρώπη. Ο μικρόκοσμος του Μπάντνεχάιμ είναι ο μικρόκοσμός της Ευρώπης στο Μεσοπόλεμο, αλλά και των Εβραίων που κατοικούσαν σε αυτήν. Το καλοκαίρι του 1939, τις παραμονές τους Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου, όλα φαίνονται ειδυλλιακά στην πόλη του Μπαντενχάιμ, η ζωή κυλάει κανονικά: με τις αδιακρισίες, τα σκάνδαλα, τα κάθε είδους κουτσομπολιά, τους έρωτες ανάμεσα στους παραθεριστές και τις παραθερίστριες, οι οποίοι περιμένουν με ανυπομονησία το καλοκαιρινό φεστιβάλ μουσικής.

Όμως σύντομα τα σχέδια όλων θα ανατραπούν. Φαίνεται πως κάποιος κίνδυνος απειλεί τη δημόσια υγεία και οι υγειονομικές υπηρεσίες της περιοχής θέτουν την πόλη σε καραντίνα, κλείνοντας όλες τις προσβάσεις προς και από αυτήν. Επιπλέον, οι Εβραίοι που βρίσκονται στην πόλη, κάτοικοι και επισκέπτες, διατάσσονται να καταγραφούν στην πλησιέστερη υγειονομική υπηρεσία. Η πόλη πια δεν είναι η ίδια και τα προβλήματα και οι διώξεις δεν αργούν να αρχίσουν.

Ο Άαρον Άπελφελντ γεννήθηκε από Εβραίους γονείς το 1932 στην πόλη Τσέρνοβιτς της τότε Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας, μετέπειτα Ρουμανίας και σημερινής Ουκρανίας. Στη διάρκεια του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου, σε ηλικία μόλις οκτώ ετών, είδε τη μητέρα του να δολοφονείται, ενώ αυτός και ο πατέρας του κλείστηκαν σε γκέτο και μετά σε στρατόπεδο συγκέντρωσης. Κατάφερε να αποδράσει από το στρατόπεδο συγκέντρωσης και για δύο χρόνια περιπλανήθηκε στα δάση της Ουκρανίας, μέχρι που η περιοχή απελευθερώθηκε το 1944 από το σοβιετικό στρατό. Στη συνέχεια διέσχισε τη Ρουμανία, τη Βουλγαρία και τη Γιουγκοσλαβία με προορισμό την Ιταλία, από όπου πήγε στο Ισραήλ, όπου και ζει μέχρι σήμερα.  

Έρικ Λάρσον, Στον κήπο με τα θηρία, μετάφραση Α. Μιχαηλίδης, Αθήνα, εκδ. Μεταίχμιο 2011
Πρόκειται για μια μυθιστορηματική βιογραφία της οικογένειας Ντοντ, μιας οικογένειας αμερικανών διπλωματών στο Βερολίνο της δεκαετίας του 1930.

Βρισκόμαστε στο 1933, χρονιά ανόδου του ναζιστικού κόμματος στην εξουσία. Ο αμερικανός πρόεδρος Φραγκλίνος Ρούζβελτ τοποθετεί στη θέση του αμερικανού πρέσβη στο Βερολίνο τον καθηγητή ιστορίας στο πανεπιστήμιο του Σικάγου, Γουίλιαμ Ντοντ, έναν 60άρη συντηρητικό και τίμιο άνθρωπο, ήπιο και χωρίς ξεσπάσματα, με κάποιο ενδιαφέρον στην πολιτική, λίγο στεγνό που του αρέσει η αγροτική ζωή και που προσπαθεί να γράψει εδώ και χρόνια ένα βιβλίο σχετικά με την ιστορία του αμερικάνικου νότου.

Το καλοκαίρι του 1933 ο Ντοντ με την οικογένειά του (τη σύζυγό του, το γιο του και την κόρη του) μετακομίζουν στο Βερολίνο. Ήδη οι ναζί έχουν δώσει δείγματα της πολιτικής τους: έχουν δημιουργήσει τα πρώτα στρατόπεδα συγκέντρωσης για όσους θεωτούνται αντιφρονούντες και έχουν κάψει βιβλία Εβραίων και όσων άλλων θεώρησαν αντίπαλους του καθεστώτος τους. Η οικογένεια Ντοντ θα νοικιάσει μια πολυτελή έπαυλη. Το ενοίκιο για το σπίτι είναι πολύ φτηνό, αλλά στην ουσία ο Εβραίος ιδιοκτήτης της, ο οποίος θα κρατήσει για τον εαυτό του τον τελευταίο όροφό της, με τον τρόπο αυτό εξασφαλίζει ένα είδος «διπλωματικής προστασίας». Ο γιος του Ντοντ, που έχει κάνει το διδακτορικό του στην ιστορία στο Πανεπιστήμιο της Λειψίας, θέλγεται από το «γερμανικό πνεύμα» και τον πολιτισμό της χώρας.

Ο πρέσβης, πλέον, Γουίλιαμ Ντοντ έχει ως βασική οδηγία να διατηρεί τις ισορροπίες, να προστατεύει τους όλο και περισσότερους αμερικανούς πολίτες που πέφτουν θύματα επιθέσεων από ναζί και κυρίως να προσπαθήσει να πείσει την κυβέρνηση της χώρας να φανεί συνεπής στην αποπληρωμή των δανείων που είχε πάρει από τις ΗΠΑ. Ωστόσο, πρόκειται για ένα άτομο που δεν κρατάει το στόμα του κλειστό και πολλές φορές λέει κατάμουτρα αυτό που σκέφτεται στη ναζιστική ηγεσία με αποτέλεσμα να γίνεται ενοχλητικός.

Σταδιακά αντιλαμβάνεται ότι η εξουσία των ναζί δε θα είναι προσωρινή και προσπαθεί να αφυπνίσει το διπλωματικό κατεστημένο στην Ουάσινγκτον αλλά αντιμετωπίζεται ως «ενοχλητικός».  Η θητεία του Γουίλιαμ Ντοντ στη θέση του αμερικανού πρέσβη στο Βερολίνο τέλειωσε το 1937, όταν το αμερικανικό υπουργείο εξωτερικών εκμεταλλευόμενο την ασθένεια του έπεισε τον αμερικανό πρόεδρο να τον απομακρύνει και να τον αντικαταστήσει με κάποιον άλλο, περισσότερο αρεστό στη ναζιστική ηγεσία.

Ο Έρικ Λάρσον γεννήθηκε το 1954 στη Νέα Υόρκη και ασκεί το επάγγελμα του δημοσιογράφου. Σπούδασε ιστορία στο Πανεπιστήμιο της Πενσυλβάνια και δημοσιογραφία στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια της Νέας Υόρκης.  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου